αδιαντροπιά

αδιαντροπιά
η бесстыдство, бессовестность, наглость

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αδιαντροπιά" в других словарях:

  • αδιαντροπία — η (Μ ἀδιαντροπία) (Ν και αδιαντροπιά) [αδιάντροπος] 1. έλλειψη ντροπής ή συστολής, αναισχυντία, αναίδεια, ξετσιπωσιά 2. αδιάντροπη πράξη ή λόγος …   Dictionary of Greek

  • αδιαντροπιά — η αναίδεια, ξετσιπωσιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδιάντροπος — η, ο αυτός που δεν αισθάνεται ντροπή, συστολή, αναιδής, ξετσίπωτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + *δι εντρέπομαι ή < επίθ. αδιάτροπος, παράλλ. τ. τού αδιάτρεπτος: το ν από επίδραση του εντρέ πομαι. ΠΑΡ. νεοελλ. αδιαντροπεύομαι, αδιαντροπιά] …   Dictionary of Greek

  • αδιατρεψία — ἀδιατρεψία, η (Α) [ἀδιάτρεπτος] ισχυρογνωμοσύνη, θρασύτητα, αδιαντροπιά …   Dictionary of Greek

  • αναίδεια — Θεά στην αρχαία Αθήνα, προσωποποίηση της αναίδειας. Σύμφωνα με τον Θεόφραστο, οι Αθηναίοι της είχαν στήσει βωμούς, όπως και στην Ύβρι. Ο ιστορικός συγγραφέας Ίστρος αναφέρει και ναό αφιερωμένο σε αυτήν, τον οποίο είχε κατασκευάσει ο Επιμενίδης.… …   Dictionary of Greek

  • αναισχυντία — η (Α ἀναισχυντία) [ἀναίσχυντος] έλλειψη αισχύνης, αιδούς, αναίδεια, αδιαντροπιά …   Dictionary of Greek

  • ανεντροπιά — η η αδιαντροπιά …   Dictionary of Greek

  • αφιλοτιμία — η (Α ἀφιλοτιμία) [αφιλότιμος] νεοελλ. η έλλειψη φιλότιμου, αδιαντροπιά, αναισχυντία αρχ. η έλλειψη φιλοδοξίας …   Dictionary of Greek

  • ευπαρρησιασμένως — εὐπαρρησιασμένως (Μ) επίρρ. με θράσος, με αδιαντροπιά, αναίσχυντα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + παρρησιάζομαι «μιλώ με παρρησία»] …   Dictionary of Greek

  • θράσος — (I) το (ΑΜ θράσος) η τόλμη που ενέχει αναίδεια, αυθάδεια, η αδιαντροπιά, η ιταμότητα, ο κυνισμός, η παράλογη ορμητικότητα, το μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο θάρρος μσν. δύναμη, κυρίως η πηγή απ όπου αντλείται η δύναμη μσν. αρχ. τόλμη, αφοβία,… …   Dictionary of Greek

  • ξεδιαντροπιά — και ξαδιαντροπιά, η [ξεδιάντροπος] 1. παντελής έλλειψη ντροπής, αδιαντροπιά 2. μεγάλη θρασύτητα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»